δισκοβόλος


δισκοβόλος
[дисковолос] ουσ. а. метатель диска,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δισκοβόλος" в других словарях:

  • δισκοβόλος — quoit thrower masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δισκοβόλος — ο (AM δισκοβόλος) ο αθλητής που ρίχνει δίσκο. [ΕΤΥΜΟΛ. < δίσκος + βόλος < βάλλω] …   Dictionary of Greek

  • δισκοβόλος — ο, η αθλητής του αγωνίσματος της δισκοβολίας: Ο δισκοβόλος του Μύρωνα είναι ένα από τα γνωστότερα αγάλματα της αρχαιότητας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Дискобол — (δισκόβολος = метатель диска) у древних греков атлет, выказывавший свою ловкость и силу в одной из любимых народных игр бросании металлического, каменного или деревянного кружка. Изображения Д. в разные моменты игры нередко встречаются на вазах и …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • δισκοβόλοι — δισκοβόλος quoit thrower masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δισκοβόλους — δισκοβόλος quoit thrower masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Αθλητισμός — Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων είναι πολλές. Πολλά από τα αθλήματα, όπως το τρέξιμο, το ακόντιο και η… …   Dictionary of Greek

  • αθλητισμός — Η επίδοση στα αθλήματα, η εκγύμναση του σώματος. Με μια ειδικότερη έννοια, ο όρος αναφέρεται σε ένα σύνολο αθλημάτων, που ξεκινούν από τις φυσικές σωματικές ασκήσεις του ανθρώπου (βάδισμα, τρέξιμο, άλματα, ρίψεις). Αρχικά, ήταν η συστηματική… …   Dictionary of Greek

  • Δημητριάδης, Κωνσταντίνος — I (Στενήμαχος Ανατολικής Ρωμυλίας 1881 – Αθήνα 1944). Γλύπτης και ακαδημαϊκός. Μαθήτευσε αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο. Μετά την αποφοίτησή του και ύστερα από μία περίοδο σύντομης διαμονής στο Μόναχο,… …   Dictionary of Greek

  • δισκοβολία — Αθλητικό αγώνισμα γνωστό στην αρχαία Ελλάδα, όπου μαζί με το ακόντιο, τον δρόμο, την πάλη και το άλμα αποτελούσαν το πένταθλο. Πρώτος που επινόησε τον δίσκο θεωρείται ο μυθικός Περσέας, που σκότωσε κατά λάθος με αυτόν τον παππού του Ακρίσιο στους …   Dictionary of Greek